Θα περιμένω για πάντα εκείνη τη ζέστη σοκολάτα φουντουκιού #christmasstory

Η Νατάσσα Σχοινά γράφει την πιο ρομαντική γιορτινή ιστορία για έναν έρωτα που έληξε άδοξα

Δεν ήθελε πια να γελάει. Δεν ήθελε να νιώθει. Δεν ήθελε τον κόσμο. Δεν ήθελε τίποτα. Αν την παρατούσαν όλοι στην ησυχία της κι έπαυαν να ασχολούνται μαζί της θα ήταν το καλύτερο δώρο Χριστουγέννων που θα μπορούσαν να της κάνουν. Δεν άντεχε τα γέλια των ζευγαριών που είχαν έρθει στην αγορά της Φράνκφουρτ δύο μέρες πριν τα Χριστούγεννα. Την εκνεύριζαν τόσο πολύ που τα πρωινά σηκωνόταν απλά για να βγει έξω από το παράθυρο, να τους φωνάξει και να το ξανακλείσει με δύναμη επιστρέφοντας στο κρεβάτι. Ειδικά εκείνη τη μέρα…

Το Μπέρμινγκχαμ τότε ήταν στα καλύτερά του. O θεόρατος Άγιος Βασίλης, τα ξύλινα κιόσκι και το χριστουγεννιάτικο δέντρο που έφτανε στον πέμπτο όροφο των κτιρίων της πλατείας ήταν αρκετά για να πείσουν και τον πιο δύσπιστο να κάνει την επίσκεψή του. Πράγματα που όταν η Άλεξ μετακόμισε από την ακτή του Μέιμπλθορπ την έκαναν να ενθουσιάζεται σαν παιδάκι και που τώρα ήλπιζε να εξαφανιστούν.

Ο θρασύς Μπεν

Όταν γνώρισε τον Μπεν ήταν σαν ο κόσμος ξαφνικά να μην είχε ορίζοντα ή μάλλον να είχε, αλλά να μην είναι τόσο σκοτεινός όσο πριν. Και να σκεφτείς ότι όταν τον είδε για πρώτη φορά το μόνο που της δημιούργησε ήταν νεύρα. Ατελείωτα νεύρα. Για το δυνατό του γέλιο που έκανε όλους τους περαστικούς να γυρίζουν και να κοιτάνε. Για τον ανεξήγητο ενθουσιασμό του με το κάθε τι. Για τη μεγάλη του επιμονή που έφτανε σε σημείο θράσους. Για το ακούραστο χαμόγελό του. Όλα αυτά, δηλαδή, που την έκαναν τελικά να τον ερωτευτεί με τόσο πάθος που δεν ήξερε ότι είχε.

Ωστόσο, στην αρχή, τα πράγματα δεν ήταν και τόσο απλά. Η Άλεξ δεν είχε καμία όρεξη για γνωριμίες. Είχε κλειστεί στον εαυτό της. Ήθελε απλώς να πάρει τη ζεστή σοκολάτα από το γωνιακό κιόσκι και να γυρίσει σπίτι. Δε φαινόταν να πτοείται ούτε κι όταν γύρισε απότομα και παρ’ ολίγο να κάψει και την ίδια και τον άγνωστο θρασύ πίσω της που τόσο επέμενε να μάθει το όνομά της. Αρκέστηκε σ' ένα νεύμα κι έφυγε γρήγορα από το πλάι.

Ο Μπεν, όμως, δεν ήταν ο τύπος που θα το άφηνε έτσι. Από την πρώτη στιγμή που την είδε, κάτι ξύπνησε μέσα του κι ήξερε ότι έπρεπε να τη γνωρίσει. Έτσι, από την επόμενη και για τρεις μέρες πήγαινε την ίδια ώρα στο ίδιο σημείο που την είδε για πρώτη φορά και περίμενε να έρθει. Δε θα της μιλούσε, ούτε θα την προσέγγιζε με κάποιον τρόπο. Όχι τότε, τουλάχιστον. Αυτό που ήθελε να κάνει ήταν κάτι τελείως διαφορετικό…


Μία ζεστή σοκολάτα διαφορετική από τις άλλες

Η Άλεξ έκανε κάθε μέρα την ίδια παραγγελία: «Ζεστή σοκολάτα με σιρόπι φουντουκιού στο μεγάλο ποτήρι». Ώσπου, δύο μέρες πριν τα Χριστούγεννα και τελευταία της Φράνκφουρτ, ο Μπεν την περίμενε με την αγαπημένη της σοκολάτα. Όχι, όμως, από τη βαρετή γωνία της αγοράς, αλλά από το καλύτερο μαγαζί της πόλης που την έφτιαξε ειδικά για εκείνη. Και, τότε, της τράβηξε την προσοχή.

Λίγες ώρες μετά, βγήκαν το πρώτο τους ραντεβού στην αγαπημένη του παμπ λίγο πιο κάτω από τη Φράνκφουρτ, στην Μπόρντερσλεϊ. Κάθισαν στο τραπέζι που έβλεπε στον δρόμο, την ώρα που στο τζούκμποξ στο βάθος ο Σινάτρα ευχόταν καλά Χριστούγεννα. Η Άλεξ «χάθηκε» για λίγο στα φώτα που κρέμονταν έξω από το παράθυρο, ενώ ο Μπεν σ’ εκείνη, που ήταν ο,τι ωραιότερο είχε δει μέσα στο λευκό της φόρεμα. Λίγα βλέμματα και μερικές κουβέντες ήταν τα μόνα που χρειάστηκαν για να καταλάβουν ότι όλο αυτό έβγαζε τόσο νόημα.

Ήταν τρελοί ο ένας για τον άλλον. Ακόμα κι όταν τσακώνονταν -και τσακώνονταν συχνά- άντεχαν οριακά μία ώρα χωρίς να μιλούν και περίμεναν ποιος θα «σπάσει» πρώτος. Η Άλεξ τον είχε κάνει να λατρέψει τη ζεστή σοκολάτα κι εκείνος το γκλουβάιν, «το πιο αρωματικό κρασί του πλανήτη», όπως της είχε πει την πρώτη φορά για να την κάνει να το δοκιμάσει. Ο Μπεν της έγραφε τα πιο όμορφα γράμματα που θα μπορούσε να σκεφτεί ανθρώπινος νους κι εκείνη τον καθησύχαζε κάθε φορά που όλα πήγαιναν κατά διαόλου και δεν μπορούσε να κρατήσει την ψυχραιμία του. Τα βράδια την έκλεινε στην αγκαλιά του και της ψιθύριζε στο αυτί όλα όσα ένιωθε για εκείνη. 

Και γελούσαν. Γελούσαν πολύ.

Κάπως έτσι, πέρασαν έξι χειμώνες που τους έβρισκαν στο ίδιο μέρος που βγήκαν το πρώτο τους ραντεβού.


Το μεγαλύτερο ψέμα

Σήμερα, η επέτειός τους είχε έρθει ξανά κι η Άλεξ δε θα έκανε κάτι διαφορετικό. Σηκώθηκε, έβαλε το λευκό φόρεμα που λάτρευε ο Μπεν και κατέβηκε στην αγορά της Φρανκφουρτ. Πήρε τη σοκολάτα από το ξύλινο μαγαζί που οι ιδιοκτήτες είχαν πια παραμελήσει. Την ήπιε στη διαδρομή για την παμπ στην Μπόρντερσλεϊ και στάθηκε για λίγο «παγωμένη» έξω από τα σκαλιά. Μπήκε μέσα κι έκλεισε την πόρτα πίσω της. Κρέμασε το παλτό της και πάτησε στο τζουκ-μποξ το τραγούδι τους. Παρήγγειλε ένα ποτήρι γκλουβάιν και θυμήθηκε τα λόγια του Μπεν όταν είχε γονατίσει και της ζητούσε να γίνει γυναίκα του:

«Δε θα είσαι ποτέ ξανά μόνη»

Το μεγαλύτερο ψέμα που είχε ακούσει ποτέ στη ζωή της. Το ψέμα που της είπε ο άνθρωπος που εμπιστεύτηκε περισσότερο από οποιονδήποτε. Ήταν τόσο θυμωμένη μαζί του που πριν τρία χρόνια έφυγε και την άφησε ολομόναχη. Που την αποχαιρέτησε στο ψυχρό δωμάτιο του νοσοκομείου, την ώρα που εκείνη του κρατούσε το χέρι. Που για πέντε μήνες τον έβλεπε να φεύγει λίγο - λίγο μακριά της, ενώ εκείνη του περιέγραφε πώς θα ένιωθε όταν θα είχε στην αγκαλιά του την κόρη τους. Που της χάιδεψε το πρόσωπο και της είπε να συνεχίσει τη ζωή της, λες και ήταν το ευκολότερο πράγμα του κόσμου. Μα πάνω απ’ όλα, που ξέχασε να της πει πώς να το κάνει.


«Δε θα είσαι ποτέ μόνη»

Όταν άρχισαν να κλείνουν τα πρώτα φώτα της παμπ, η Άλεξ σηκώθηκε, ξεκρέμασε το παλτό της, πέρασε τη φωτεινή λεωφόρο και γύρισε σπίτι. Τοποθέτησε το φόρεμα στη θήκη της ντουλάπας, όπου και θα το άφηνε μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα. Μπήκε στο δωμάτιο της Φράνκι και τη φίλησε στο μέτωπο πριν πάει στο σαλόνι. Άρχισε να διαβάζει τα γράμματα που της έγραφε ο Μπεν όταν τη γνώρισε, ενώ τα δάκρυά της μούσκευαν το κιτρινισμένο πια χαρτί. Τότε, η Φράνκι ξύπνησε. Τη βρήκε στον καναπέ και σκαρφάλωσε πάνω της. Η Άλεξ την κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά της και, λίγο πριν αποκοιμηθούν, της ψιθύρισε στο μικροσκοπικό της αυτί: 

«Δε θα είσαι ποτέ μόνη»