Τότε VS Τώρα: Όταν το video club κι ο Darth Vader είχαν γίνει το δεύτερο σπίτι μου

Τα δίευρα, η Ελένη και τα σαββατόβραδα

Ακόμα θυμάμαι τους τσακωμούς που είχα με τη μαμά μου προσπαθώντας να την πείσω για ένα ακόμα δίευρο, ώστε να καταφέρω να πάρω την τρίτη για την εβδομάδα ταινία από το video club της γειτονιάς. Δε με ένοιαζε ιδιαίτερα το αν θα βγω από το σπίτι, αρκεί να πεταγόμουν στο μαγαζί στην κεντρική λεωφόρο και να επέστρεφα με τουλάχιστον ένα νέο απόκτημα. Μόλις η χούφτα μου έκλεινε το κέρμα, το κοιτούσα, χαμογελούσα κι έτρεχα να ντυθώ όσο πιο γρήγορα μπορούσα για να κάνω την καθιερωμένη μου επιδρομή. 

Αν αυτό δε γινόταν, φρόντιζα την επόμενη φορά που θα έπαιρνα χαρτζιλίκι για να φάω κάτι στο σχολείο να μην το χαλάσω και βρεθώ ξανά ξεκρέμαστη. Δεν ήταν να παίζεις με τέτοια. Χωρίς το πεϊνιρλί της καντίνας μπορούσα να αντέξω μέχρι το μεσημέρι που θα γύριζα από το σχολείο, κι ας ένιωθα ότι η πείνα με έκανε να φαντάζομαι κάθε πιθανή γεύση που θα μπορούσα να έχω μπροστά μου. Χωρίς video club, ας πούμε ότι αυτό ήταν κάτι που δεν ήθελα να σκέφτομαι.

Ήταν μόλις σαράντα δευτερόλεπτα από το σπίτι από τη στιγμή που θα έκλεινα την πόρτα πίσω μου και θα έσπρωχνα αυτή με το Push που πάντα μπέρδευα αν έπρεπε να ανοίξει προς τα μέσα ή προς τα έξω μέχρι να διαβάσω την ένδειξη -Μέχρι σήμερα το ίδιο πρόβλημα, ψέματα μην πω. Δε χρειάστηκε να περάσουν πολλές μέρες, μέχρι η Ελένη -η υπάλληλος του video club και νέα μου φίλη- να με μάθει με το όνομά μου και να με ρωτάει κάθε φορά που άκουγε το εκκρεμές να χτυπάει καθώς άνοιγε η πόρτα «Οπ, οπ. Τι θα δούμε σήμερα, Νατάσσα;»

Η απάντηση δεν ήταν απλή. Ποτέ δεν ήταν, εκτός κι αν είχα δει σε κάποια από τις αφίσες της πρόσοψης ότι μία ταινία που συζητούσαμε εκείνη την περίοδο έφτασε στη γειτονιά. Συνήθως αυτή δεν ήταν η απόλυτα must. Εκείνες έκανα τα αδύνατα δυνατά να τις δω στο σινεμά, όμως σε ορισμένες υπήρχαν κάποιες αντικειμενικές δυσκολίες, ειδικά στα θρίλερ. Όταν κυκλοφόρησε το Ring (2002), για παράδειγμα, δεν υπήρχε περίπτωση οι δικοί μου να με πάνε στον κινηματογράφο να το δω. Αφενός γιατί ήμουν 10, αφετέρου γιατί δε θα άντεχαν ούτε μισή σκηνή από τα «γκραν κινιόλ», όπως τα αποκαλούσαν, και τη Samara να έρπεται απειλητικά μέσα από την τηλεόραση. Ωστόσο, στο σπίτι δεν ήταν από πάνω μου σε κάθε προβολή, οπότε μπορούσα κι εγώ να μυηθώ στον τρόμο με την ησυχία μου.


Η επίσκεψη στο video club ήταν ιεροτελεστία. Με το που έκανα το πρώτο βήμα, άρχιζα να εποπτεύω τον χώρο για ο,τι μπορούσε να μου κεντρίσει την προσοχή. Δεξιά πίσω από την πόρτα ήταν όλα τα αστυνομικά και φτάνοντας στο ταμείο έβρισκες τις νέες κυκλοφορίες. Μάλλον για να «τσιμπήσεις» κάποια, όσο περίμενες την κοπέλα να σου φέρει την ταινία σου από τον ειδικό χώρο στο βάθος πίσω της, που πάντα ήθελα να πάω κρυφά να δω πώς είναι. Αριστερά, ήταν ένας τεράστιος τοίχος που είχε όλα τα υπόλοιπα: κωμωδίες, περιπέτειες, θρίλερ, τρόμου, κοινωνικά, όλα κάτω από το αντίστοιχο χρωματιστό τους καρτελάκι για να ξέρεις πού να κινηθείς. Ένας πιο μικρός χώρος που κοιτούσε τα φώτα της λεωφόρου, φιλοξενούσε τις βιντεοκασέτες, που, όταν εγώ ξεκίνησα να ασχολούμαι πολύ ενεργά με το θέμα video club, είχαν πάρει πια απόφαση ότι δε θα βρίσκονταν για πολύ μαζί μας. 

Πρώτα έδινα τους αγωνιστικούς μου χαιρετισμούς στο ομοίωμα του Darth Vader που στεκόταν αγέρωχα στον ενδιάμεσο διάδρομο μαζί με το κόκκινο φωτόσπαθό του. Έπειτα, ξεκινούσε η μελέτη. Έπαιρνα θέση μπροστά από τις κατηγορίες που με ενδιέφεραν και «ξεφύλλιζα» το stand με τρόπο ανάλογο του σημερινού browsing σε πλατφόρμες, τύπου Netflix. Απλά εκείνες ήταν όλες απτές. Τις κρατούσα κι ένιωθα σαν κάθε μία να ήταν ένα υποψήφιο δώρο στον εαυτό μου. Για κάποιον λόγο, όμως, ήταν τόσο απολαυστικός ο ήχος που ακουγόταν όταν η πλαστική θήκη της πίσω ταινίας έπεφτε σε αυτήν της μπροστινής, που ενίοτε, παρότι είχα βρει τι θα έπαιρνα, συνέχιζα να κοιτάω μόνο και μόνο για να τον ακούω. Τελικά, έφευγα με την υπόθεση στο πίσω μέρος που κατάφερνε να με κερδίσει μέσα σε αυτά τα λίγα δεύτερα που βρισκόταν στα χέρια μου. 

Τις πρώτες φορές, ταινίες με πολύ ζήτηση μπορεί να ήταν κρατημένες από κάποιον άλλον την ώρα που πήγαινα και έπρεπε να περιμένω για ένα απροσδιόριστο κι ολότελα εκνευριστικό χρονικό διάστημα, μέχρι ο συναγωνιστής - «κλέφτης» να αποφάσιζε να τις επιστρέψει. Μετά, όμως, από τρεις - τέσσερις εικονικές απογοητεύσεις -τύπου Πειρατές της Καραϊβικής- είχα πάρει το μάθημά μου και φρόντιζα να πηγαίνω κατευθείαν μετά το σχολείο ή να στέλνω τους δικούς μου πρωί πρωί για να μη γίνονται τέτοιου είδους κακόγουστα αστεία. 

Το Σαββατοκύριακο, καλούσα την κολλητή μου στο σπίτι κι αυτή ήταν η ιδέα μου για το τέλειο σαββατόβραδο -Δεν έχει αλλάξει και ούτε πρόκειται. Μου άρεσε να είμαι η οικοδέσποινα, κυρίως όταν είχαμε movie night, γιατί εκεί έπαιζα στο δικό μου γήπεδο. Η προετοιμασία άρχιζε από νωρίς για να μη λείψει τίποτα, από pop-corn και πατατάκια, μέχρι αναψυκτικά και σοκολατάκια. Πρώτα, όμως, γινόταν η καθιερωμένη τηλεφωνική συζήτηση σχετικά το είδος της ταινίας που επρόκειτο να δούμε για να ξέρω πού να κινηθώ και να μην είχαμε γκρίνιες κατά την προβολή. Να πατήσω pause και να διαλέξω κάποια άλλη από την -ανύπαρκτη μέχρι τότε- ψηφιακή μου ταινιοθήκη δεν έπαιζε σαν σενάριο, οπότε μία καλή συνεδρίαση όφειλε να γίνει. Αυτή πολλές φορές κατέληγε σε θρίλερ, αφού, ως γνωστόν στον περίγυρο, ήμουν πάντα horror lover και δεν μπορούσα να κρύψω την ανυπομονησία μου. Έκανα μέχρι και deals για να πείσω, όπως όταν έταξα στη γειτόνισσα ένα γαλακτομπούρεκο από τα χεράκια μου για να δούμε τον Εξορκισμό της Emily Rose. Δε με πτοούσε ούτε το γεγονός ότι χρειαζόμουν ύστερα δυο – τρία βράδια για να αρχίσω να ξεχνάω αυτά που είδα.

Όταν η περίοδος της ενοικίασης τελείωνε, το συναίσθημα ήταν περίεργο. Ένιωθα κάτι σαν στενοχώρια που η ταινία θα εγκατέλειπε το σπίτι μου, αλλά μόνο όταν ήταν καλή. Για τις άλλες, περισσότερο σκεφτόμουν τα χαμένα 2 ευρώ -νέα κυκλοφορία/τριήμερη ενοικίαση- ή το ενάμιση ευρώ -παλιά κυκλοφορία/εβδομαδιαία ενοικίαση. Σε κάθε περίπτωση, αναπτυσσόταν μία πιο προσωπική σχέση μεταξύ μας. Εκτιμούσα το κάθε entry λίγο παραπάνω απ’ ο,τι σήμερα, γιατί δεν ήταν δεδομένο ανά πάσα στιγμή. Υπήρχε ημερομηνία λήξης, ένα τέλος που ήξερα πότε θα ερχόταν, οπότε φρόντιζα να αξιοποιήσω καταλλήλως τις μέρες μέχρι τότε. Σαν να ήταν δανεικός χρόνος με έναν καλό φίλο που ήρθε για επίσκεψη.